Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

(Διάλεξη του Θεοδώρου Δημ. Λυμπεράκη, που δόθηκε στις 7-12-2009, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης 250 χρόνων από την ανέγερση του Ιερού Ναού).

Το Πράβι (η σημερινή Ελευθερούπολη) είναι μια από τις αρχαιότερες κωμοπόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας.

Είναι κτισμένη στους πρόποδες των βουνών Παγγαίου και Συμβόλου, από τα οποία το πρώτο υπήρξε σπουδαιότατο, θρησκευτικό κέντρο της αρχαιότητας, αλλά και αξιόλογη πηγή πλούτου, με τα μεγάλα δάση του και τα περίφημα μεταλλεία χρυσού και αργύρου.

Στην κορυφή του υπήρχε, ήδη πριν την εποχή του Ηροδότου, το μαντείο του Διονύσου, που το κατείχε και το εκμεταλλευόταν το πολεμικό, θρακικό φύλο των Σατρών.

Ή ύπαρξη αρχαίων ευρημάτων στην περιοχή του Πραβίου είχε επισημανθεί ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν ο Γάλλος περιηγητής E. Cousinery, γενικός πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, περνώντας στα 1786 από το Πράβι, ανέφερε την ύπαρξη «ορισμένων αρχαιοτήτων», χωρίς ωστόσο να τις περιγράψει.

Πολύ αργότερα ο Γάλλος αρχαιολόγος L. Heuzey, που πέρασε από το Πράβι μαζί με τον επίσης Γάλλο αρχιτέκτονα Daumet, δημοσίευσε δύο επιγραφές από το Πράβι, που τις είδε εντοιχισμένες στον τότε «επισκοπικό» ναό της επισκοπής Ελευθερουπόλεως, δηλαδή στον Άγιο Νικόλαο. Απ’ αυτές η μία ήταν μια επιτύμβια επιγραφή των παλαιοχριστιανικών χρόνων, που βρισκόταν εντοιχισμένη στον τοίχο του εξωτερικού περιβόλου του Ναού. Μια τρίτη επιγραφή, την οποία δημοσίευσε ο Salac, ήταν αυτή για την οποία ο Ρ. Perdrizet είχε επισημάνει ότι χρησίμευε ως κατώφλι του ναού. Δυστυχώς και οι τρεις παραπάνω επιγραφές είναι σήμερα χαμένες. Πάντως, ακόμη και σήμερα, στο νότιο περιστύλιο, αριστερά της εισόδου του ναού και δίπλα στο εικονοστάσι, σώζεται μια λατινική επιτύμβια επιγραφή, αφιερωμένη σ’ ένα μικρό, πεντάχρονο θράκα.

Οι μαρτυρίες για την ύπαρξη ρωμαϊκής κώμης στην Ελευθερούπολη, που υπήρχαν μέχρι τότε, αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών αναστήλωσης και ανάπλασης του ναού του Αγίου Νικολάου, που πραγματοποιήθηκαν μετά το 1971, όταν, μετά την καταστροφή του ναού από πυρκαγιά και την απομάκρυνση των εξωτερικών επιχρισμάτων του, αποκαλύφθηκε ένα πλήθος θραυσμάτων αρχιτεκτονικών μελών παλαιοχριστιανικών χρόνων, καθώς και θραύσματα επιγραφών ρωμαϊκών χρόνων, εντοιχισμένα σε διάφορα σημεία του ναού και στην αψίδα του ιερού, όπου και η κτητορική επιγραφή του 1759.

Ωστόσο, οι ανασκαφές που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της αναστήλωσης του ναού, έφεραν στο φως κι άλλα ευρήματα, τα οποία βεβαίωσαν και προγενέστερες φάσεις της ιστορίας αυτού του ρωμαϊκού οικισμού της Ελευθερούπολης, του οποίου γνωρίζουμε με μεγάλη πιθανότητα δύο ονόματα, αυτό του 2ου αιώνα μ.Χ. (Trillon ή Trinlo) και αυτό του 3ου αιώνα μ.Χ. (κώμη των Ανθεριτηνών). Η αποκάλυψη μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής, κάτω από τον μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου, απέδειξε τη συνέχεια τής ζωής του ρωμαϊκού οικισμού στα παλαιοχριστιανικά χρόνια, η οποία είχε ήδη τεκμηριωθεί με τα εντοιχισμένα στο μεταβυζαντινό ναό αρχιτεκτονικά μέλη, καθώς και τη χαμένη σήμερα επιτύμβια επιγραφή των παλαιοχριστιανικών χρόνων, ενώ η ανεύρεση ενός ελληνιστικού τάφου του 2ου π. Χ. αιώνα με πλούσια κτερίσματα και της διάσπαρτης κεραμικής του 4ου και 5ου π. Χ. αιώνα βεβαίωσε την ύπαρξη του οικισμού στους ελληνιστικούς και κλασικούς χρόνους.

Η θέση του αρχαίου αυτού οικισμού, στον οποίο ανήκουν τα ευρήματα του νεκροταφείου των ρωμαϊκών, ελληνιστικών και κλασσικών χρόνων κάτω από τον Άγιο Νικόλαο, εντοπίσθηκε το 1979 στο λόφο πού υψώνεται ανάμεσα στις βορειοανατολικές παρυφές της πόλης και στο σύγχρονο νεκροταφείο, στην περιοχή «Παλιάμπελα».

Ο οικισμός αυτός, όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα από την επιφανειακή, κυρίως, έρευνά του, κατοικήθηκε αδιάκοπα ήδη από την ύστερη νεολιθική εποχή, (4.000 π.Χ. περίπου), μέχρι και το τέλος της ρωμαϊκής περιόδου.

Ο λόγος της διαχρονικής ανάπτυξης του οικισμού, αρχικά στο λόφο πάνω από τα σημερινά νεκροταφεία και στη συνέχεια, ήδη από την πρώιμη, βυζαντινή περίοδο, στο σημείο όπου είναι κτισμένη η σημερινή Ελευθερούπολη, ήταν η θέση του οικισμού. Πράγματι, από την πόλη μας περνούσε, ήδη από τη πρώιμη αρχαιότητα, η αρχαία (ή Κάτω) Οδός, που ήταν αυτή την οποία είχε ακολουθήσει ο Ξέρξης, κατά την εκστρατεία του στην Ελλάδα. Η Κάτω Οδός εγκαταλείφθηκε γύρω στις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα, για να ξαναχρησιμοποιηθεί από τους Ρωμαίους, οι οποίοι πάνω στα παλιά της ίχνη χάραξαν τη (δευτερεύουσα) οδό που συνέδεε τους Φιλίππους με την Αμφίπολη. Μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες, οπότε άλλαξαν οι συγκοινωνιακές συνθήκες της ευρύτερης περιοχής, το Πράβι εξακολουθούσε να είναι ένας σημαντικός, οδικός κόμβος και σ’ αυτήν ακριβώς την ιδιότητά του όφειλε την ευημερία του.

Πάνω σ’ αυτό τον σημαντικό, οδικό άξονα, που για πολλούς αιώνες χρησίμευσε για τη μετακίνηση ανθρώπων, εμπορευμάτων και ιδεών, ήταν επόμενο ν ανεγερθεί πολύ πρώιμα, ήδη στην παλαιοχριστιανική περίοδο, (6ο αιώνα μ.Χ.), ένας περίλαμπρος ναός, του οποίου τη λαμπρότητα αποδεικνύουν τ’ αρχιτεκτονικά μέλη του, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα, εντοιχισμένα στον πολύ αργότερα ανεγερθέντα, Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου.

Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, πότε ακριβώς εκείνος ο περίλαμπρος ναός είχε καταστραφεί, αλλ’ από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια και μέχρι το έτος 1759 δεν φαίνεται να υπήρξε άλλος ναός πάνω στα θεμέλιά του. Επειδή όμως ήταν επί αιώνες ορατά κάποια ίχνη του παλαιοχριστιανικού ναού, ενώ παράλληλα διατηρούνταν προφανώς κι η ανάμνησή του, όπως ίσως να διατηρούνταν στην προφορική παράδοση και το ότι αυτός ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Μηνά, γι’ αυτό μέχρι σήμερα ο ναός γιορτάζει δυο φορές το χρόνο, μια στη γιορτή του Αγίου Μηνά και μία σ’ αυτή του Αγίου Νικολάου. Το γεγονός, άλλωστε, ότι σώζεται προφορική παράδοση, σύμφωνα με την οποία, στη διάρκεια των απελευθερωτικών πολέμων των αρχών του 20ού αιώνα, οι κάτοικοι του Πραβίου έβλεπαν τον προστάτη Άγιό τους με το άλογό του πάνω από την πόλη, καθώς και το γεγονός ότι το τελούμενο προς τιμή του Αγίου Μηνά «κουρμπάνι» προδίδει μια λατρεία του Αγίου, προφανώς παλαιότερη αυτής του Αγίου Νικολάου, αποτελούν ισχυρά τεκμήρια, ότι ίσως ο παλαιοχριστιανικός ναός που βρίσκεται κάτω από τον Άγιο Νικόλαο ετιμάτο στη μνήμη του Αγίου μεγαλομάρτυρος Μηνά, παρόλο που τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά και ιστορικά τεκμήρια δεν βεβαιώνουν κάτι τέτοιο..

Πάνω στα θεμέλια του παλαιού εκείνου ναού άρχισε, λοιπόν, ν' ανεγείρεται το έτος 1759 ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, γεγονός για το οποίο μας πληροφορεί μια επιγραφή, χαραγμένη στο πάνω μέρος σπασμένου αμφικιονίσκου, τοποθετημένου ανεστραμμένα. Ό αμφικιονίσκος, που στη σημερινή του θέση, στην εξωτερική επιφάνεια της κόγχης του ιερού, τοποθετή­θηκε σε δεύτερη χρήση, ως οικοδομικό υλικό, φέρει πρόχειρα χαραγμένο, εκτός από το έτος που αναφέρθηκε, κι ένα μικρό σταυρό και είναι πολύ πιθανό να προέρχεται από παράθυρο της παλαιοχριστιανικής βασιλικής.

Για την ανέγερση του νέου ναού χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό, πέραν του κυρίου υλικού του, που το αποτελούσαν οι σχιστολιθικές πέτρες και οι σχιστολιθικές πλάκες της στέγης του, καθώς και τα ξύλα των ξύλινων μερών του, πολλά αρχιτεκτονικά μέλη (κίονες, αμφικίονες, κιονόκρανα κλ.π.) της παλαιοχριστιανικής βασιλικής που βρισκόταν κάτω από τα θεμέλιά του, η Αγία Τράπεζα της βασιλικής, που αποτελεί και τη σημερινή Αγία Τράπεζα του Ναού, ορισμένες, ρωμαϊκές επιγραφές και πλάκες, άγνωστης προέλευσης και μια ρωμαϊκή πεσόσχημη βάση, πού χρησιμοποιήθηκε και στην παλαιοχριστιανική εκκλησία, πιθανόν ως φιάλη, γιατί έχει ανάγλυφους σταυ­ρούς στις τρεις πλευρές και σήμερα βρίσκεται τοποθετημένη στην ανατολική άκρη της νότιας πλευράς του περίστωου κλπ.

Θα πρέπει, όμως, προτού αρχίσουμε ν’ αναφερόμαστε στην ιστορία του ναού του Αγίου Νικολάου, από την ανέγερσή του και μετά, να κάνουμε κι ορισμένες σκέψεις για τη θρησκευτική κατάσταση των Χριστιανών Πραβινών, στα χρόνια πριν την ανέγερση του ναού: Ήδη από το έτος 1212, σ' ένα γράμμα του, ο τότε Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ', απευθυνόμενος στον τότε καθολικό (λόγω της λατινικής κατάκτησης) Μητροπολίτη Φιλίππων Γουλιέλμο, ανέφερε ανάμεσα στις περιοχές της δικαιοδοσίας του τελευταίου και την "Pravicaresta" που πιθανώτατα είναι το Πράβι. Από πατριαρχικά έγγραφα, εν συνεχεία, αναφερόμενα στη δικαιοδοσία των Μητροπολιτών της Μητροπόλεως Φιλίππων, γνωρίζουμε ότι από παλαιών χρόνων, («έκπαλαι»), το Πράβι ανήκε, ως ενοριακό, στη μητρόπολη εκείνη. Είναι, επίσης, αναμφίβολο ότι και στη διάρκεια όλης της μακραίωνης δουλείας του, το Πράβι είχε και Χριστιανούς κατοίκους. Αυτό το τελευταίο επιβεβαιώνεται από ένα. Σιγίλιο, που εξέδωσε στη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχίας του ο Νεόφυτος ο Β', ο από Αθηνών, το έτος 1608, με το οποίο ξαναπροσαρτήθηκαν στη Μητρόπολη Φιλίππων, από την οποία είχαν παλιότερα (άγνωστο όμως πότε) αποσπασθεί και προσαρτηθεί στη Μητρόπολη Δράμας, τα χωριά Πράβι και Αικισίανη (σημερινή Νικήσιανη), «προκειμένου ν’ αποκατασταθεί η αρχαία τάξη».

Στα χρόνια πριν την ανέγερση του Αγίου Νικολάου οπωσδήποτε υπήρξε μια σημαντική αναζωογόνηση του χριστιανικού πληθυσμού του Πραβίου, που δεν ήταν, βέβαια, άσχετη με την έναρξη της οικονομικής ανάπτυξής του, η οποία, με τη σειρά της, οφειλόταν στην εξαιρετική θέση του και στη μεγάλη, εμπορική κίνησή του. Πράγματι, περιηγητές που πέρασαν από το Πράβι στις αρχές του 18ου αι., (όπως ο Πώλ Λούκας κ.λ.π.), μας πληροφορούν ότι αυτό είχε πολλά χάνια, είχε εργοστάσιο κατασκευής βλημάτων ("τοπούζια") για πυροβόλα όπλα, (στη σημερινή στοά Νάτσιου), τα οποία μεταφέρονταν από τα λιμάνια της Καβάλας και του Τσάγεζι (Ορφανίου) στο ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, ενώ την ίδια περίοδο, λόγω των πολλών νερών της περιοχής, άκμαζε ήδη η βυρσοδεψία και η κατασκευή των περίφημων γεμενιών, ελαφρών υποδημάτων που τα λέγανε "τουλούμπες" - γιατί τα χρησιμοποιούσαν οι πυροσβέστες ή τουλουμπατζήδες - και τα οποία κατέκλυζαν τις αγορές της Κωνσταντινούπολης και της Φιλιππούπολης, (ανάμνηση αυτής της απασχόλησης αποτελεί ίσως η ονομασία της σημερινής συνοικίας "Τουλούμπα»). Εξ άλλου, περίτρανη απόδειξη της αναζωογόνησης της δράσης του χριστιανικού στοιχείου που διέθετε το Πράβι αποτελεί το γεγονός ότι από εδώ πέρασε κι ο Κοσμάς ο Αιτωλός για να διδάξει, το πέρασμά του, όμως, τοποθετείται οπωσδήποτε μετά το έτος 1760, οπότε ο πατριάρχης Σεραφείμ Β' του έδωσε την άδεια να περιοδεύσει και να διδάξει στη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Αιτωλοακαρνανία, πράγμα που σημαίνει ότι η ανέγερση του ναού δεν συνδέεται με την προηγούμενη διέλευση του Αγίου, αφού ο ναός του Αγίου Νικολάου είχε ήδη ανεγερθεί, όταν πέρασε ο Άγιος, αλλά η διέλευση του Αγίου οφειλόταν στην αναζωογόνηση του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής.

Αυτή η οικονομική αναζωογόνηση των χριστιανών κατοίκων του Πραβίου δεν ήταν, όμως, η μόνη αιτία για την ανέγερση του ναού στα 1759. Μια δεύτερη, σημαντική αιτία συνδέεται άμεσα με την αρχαία επισκοπή Ελευθερουπόλεως.

Η βυζαντινή Ελευθερούπολη τοποθετείται από τους ιστορικούς, τους αρχαιολόγους και τους ερευνητές στα ερείπια του βυζαντινού κάστρου της Ανακτορούπολης, (τη Νέα Πέραμο) Πράβι και αργότερα στις σημερινές Ελευθερές. Εκεί, συνεπώς, έδρευε όλους τους αιώνες που υφίστατο (και γνωρίζουμε ότι η επισκοπή Ελευθερουπόλεως, ή Αλεκτρυοπόλεως ή Ανακτοροπόλεως υπήρχε τουλάχιστον από το 879 μ.χ., οπότε στην υπό τον Φώτιο σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως μνημονεύεται ο επίσκοπος Ελευθερουπόλεως Θεόδωρος), η υπαγόμενη στην Αποστολική Μητρόπολη των Φιλίππων, επισκοπή Ελευθερουπόλεως, η οποία, στο β' μισό του 15ου αιώνα, (περίοδο Τουρκικής κατάκτησης), ήταν η μόνη ζώσα επισκοπή της Μητροπόλεως Φιλίππων, σ’ αυτήν υπαγόταν ακόμη και η άλλοτε επισκοπή Χριστουπόλεως (Καβάλας) και στο εξής ο τίτλος "επίσκοπος Ελευθερουπόλεως" ήταν ο μοναδικός σε χρήση.

Από τους "επισκοπικούς καταλόγους της Εκκλησίας της Ελλάδος απ' αρχής μέχρι σήμερον" που δημοσίευσε ο Β.Γ. Ατέσης στην Αθήνα το έτος 1975, (σελ. 61), προκύπτει ότι οι τελευταίοι επίσκοποι της επισκοπής Ανακτοροπόλεως ή Ελευθερουπόλεως στην παλαιά της έδρα ήταν ο Δαμιανός, εκλεγείς το 1615 και ο Παρθένιος, εκλεγείς το 1624. Μετά τον τελευταίο μεσολάβησε ένα μεγάλο χρονικό κενό 142 (ή κατ' άλλους 159) χρόνων, μέσα στο οποίο δεν αναφέρεται κανένα όνομα επισκόπου της επισκοπής. Τούτο αποδίδεται από τους μελετητές στο ότι η έδρα της επισκοπής είχε παρακμάσει ή ίσως και να είχε καταστραφεί ολότελα, ο δε τίτλος της επισκοπής είχε παραμείνει ενδεχόμενα σε κάποιον αρχιερέα, υπαγόμενο στη Μητρόπολη Δράμας και Φιλίππων.

Το έτος 1766, όμως, επανιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Σαμουήλ Α' τον Χαντζερή, μετά από αίτηση του επισκόπου Φιλίππων και Δράμας Καλλινίκου, η επισκοπή Ελευθερουπόλεως, οπότε εξελέγη επίσκοπος Ελευθερουπόλεως ο Γεράσιμος, που αργότερα διετέλεσε Μητροπολίτης Φιλίππων και Δράμας. Ήδη όμως η επανίδρυση της επισκοπής συνδέθηκε με τη νέα έδρα της, που δεν ήταν πλέον η αρχαία έδρα που είχε επί σειρά αιώνων, είτε στην περιοχή της σημερινής Νέας Περάμου, είτε στην περιοχή των Ελευθερών, αλλά το Πράβι. Υπάρχουν, ως εκ τούτου, δύο πιθανότητες: Είτε ότι το σπουδαίο γεγονός, της μεταφοράς της έδρας της επισκοπής, από τις Ελευθερές στο Πράβι, αποτέλεσε την αιτία της προηγούμενης ανέγερσης του ναού του Αγίου Νικολάου, προκειμένου ο ναός αυτός ν’ αποτελέσει τον επισκοπικό ναό της αρχαίας επισκοπής στη νέα έδρα της, είτε ότι η μεταφορά της έδρας στο Πράβι έγινε ακριβώς επειδή στο τελευταίο, το οποίο ήδη αποτελούσε ένα είδος επαρχιακού, ημιαστικού κέντρου, με μεγάλη εμπορική κίνηση, υπήρχε ιδιαίτερα ευσεβές, χριστιανικό στοιχείο, το οποίο πρόσφατα είχε κτίσει ένα ωραίο ναό, που άξιζε ν’ αποτελέσει τον επισκοπικό ναό της αρχαίας επισκοπής.

Γύρω από το ναό του Αγίου Νικολάου, πάντως, που ευθύς μετά την μεταφορά της έδρας της επισκοπής Ελευθερουπόλεως στο Πράβι έγινε επισκοπικός, (ίσως μάλιστα και η αφιέρωσή του στ' όνομα του "θαλασσινού" Αγίου Νικολάου να οφείλεται ή και να προέρχεται ακριβώς από την παλαιά έδρα της επισκοπής, που βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, όπως ήδη αναφέραμε), υπήρχε και συνέχισε να υπάρχει (ακόμη και μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους, ασχέτως του ότι ήδη πλέον δεν χρησιμοποιούνταν παρά μόνο για έκτακτα περιστατικά, ήτοι ταφές αβάπτιστων νεογνών ή ταφές τιμωμένων προσώπων), το νεκροταφείο των Χριστιανών της πόλης, ενώ τον χώρο περιέβαλλε υψηλός τοίχος ύψους 3,5 μέτρων, (που σωζόταν μέχρι το 1960), με 4 εισόδους, εντός και μέχρι του ύψους του οποίου υπήρχε το παλαιό, λιθόκτιστο καμπαναριό του ναού, που το έτος 1915 επεκτάθηκε καθ’ ύψος γύρω στα 11 μέτρα από Καλλιπολίτες μάστορες, με δωρεά του ντόπιου κατοίκου Α. Χατζηνάσιου, αγωγιάτη το επάγγελμα. Μέσα στον περίβολο επίσης υπήρχαν και οι τάφοι του νεκροταφείου καθώς και 2 πηγάδια, δύο λιθόκτιστα δωμάτια, ένας υπόστεγος, ημιυπαίθριος χώρος και, τέλος, ένα παλαιότατο παρεκκλήσι ταφής, (πίσω από το ιερό), με ωραιότατες τοιχογραφίες και με τα οστά των παλιών Πραβινών.

Εδώ, συγκεκριμένα, ήταν θαμμένοι προύχοντες του τόπου, όπως λ.χ., ο Μητροπολίτης Ιωσήφ, μέλη της οικογένειας Διαμαντή, η Ασπασία Αλ. Παπουτσοπούλου, το γένος Π. Κολοβού, που γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 14-7-1869 και πέθανε στις 15-1-1901 κι ήταν συγγενής του Μάνθου Κολοβού, γραμματέα του Αλή πασά, ο Βασίλειος Παπαχρηστίδης, (που πέθανε στην Αθήνα το 1941) κ.α.

Μόλις κατά το έτος 1930 έπαψε η ταφή των Πραβινών στον χώρο του Αγίου Νικολάου, αφού ήδη από το 1923 είχε ανεγερθεί ο μικρός ναός των Αγίων Θεοδώρων, από τους πρόσφυγες που μετά την Μικρασιατική καταστροφή κατέκλυσαν την πόλη μας, ο οποίος έγινε ο Ιερός Ναός του κοιμητηρίου της.

Στο σημείο αυτό θ’ αναφερθούμε και σ’ ένα άλλο, ιστορικό πρόβλημα, που συνδέεται με το ναό μας. Γνωρίζουμε ότι η ελληνική συνοικία της ανέκαθεν μεικτής, (αποτελούμενης από Τούρκους, Έλληνες και Αθίγγανους), κοινωνίας του Πραβίου εκτεινόταν νότια της σημερινής λεωφόρου Φρίξου Παπαχρηστίδη (ή αλλιώς Εθνικής Οδού Καβάλας - Θεσσαλονίκης) και ταυτίζεται με τον διατηρητέο σήμερα οικισμό της παλιάς πόλης. Μέσα στα όρια όμως της ελληνικής συνοικίας δεν υπάρχει οποιοδήποτε ιστορικό στοιχείο, που να πιστοποιεί την ύπαρξη τυχόν Ιερού Ναού, ικανού να εξυπηρετήσει τις εκκλησιαστικές ανάγκες του χριστιανικού στοιχείου. Η σκέψη όμως ότι το επισκοπείο της επισκοπής Ελευθερουπόλεως, ανεγερθέν αμέσως μετά την μεταφορά της έδρας της τελευταίας στο Πράβι και λίγο μετά την ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου (και κατεδαφισθέν το έτος 1967) βρισκόταν στην καρδιά της ελληνικής συνοικίας και δίπλα στο σημερινό Β' Δημοτικό Σχολείο, δημιούργησε στους ερευνητές την υποψία, ότι ίσως εκεί δίπλα υπήρχε κάποιος ναός, για την ύπαρξη του οποίου όμως δεν έχουμε καμία πληροφορία. Την υποψία αυτή επιτείνει το γεγονός της επιλογής της προ του επισκοπείου εκείνου πλατείας, ως χώρου κατάλληλου για την ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίου Ελευθερίου το έτος 1929, σε συνδυασμό και με την πληροφορία ότι μέχρι την ανέγερση του τελευταίου, στην ίδια θέση υπήρχε κάποιο "στασίδι", (μικρό, προσκυνηματικό εκκλησάκι), που είχε, επίσης κατά πληροφορίες, ανεγερθεί εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα και το οποίο κατεδαφίστηκε το 1929.


Τις εκκλησιαστικές ανάγκες λοιπόν του χριστιανικού στοιχείου του Πραβίου φαίνεται, από τα μέχρι σήμερα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία, πως εξυπηρετούσε μέχρι το έτος 1929 μόνος ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, χωρίς να ξέρουμε ακόμη, πριν την ανέγερσή του, το 1759, ποιος ναός τις εξυπηρετούσε, (μια αναφορά, περί υπάρξεως Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου στο Πράβι, που έγινε από τον Διευθυντή της Αστικής Σχολής Λακκοβικίων Αστέριο Γούσιο, στο βιβλίο του, «η κατά το Πάγγαιον χώρα των Λακκοβικίων», το οποίο εξέδωσε στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν μπορεί να ελεγχθεί ως αληθινή, διότι είναι πιθανό να μπερδεύτηκε ο Γούσιος από το γεγονός ότι τέτοιος ναός υπήρχε στη Βυζαντινή Ελευθερούπολη (και τα ερείπιά του τα δείχνουν ακόμη και σήμερα πάνω από τον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών οι σημερινοί ντόπιοι κάτοικοι των Ελευθερών). Ο Άγιος Νικόλαος όμως, που είχε γύρω του και τα νεκροταφεία του χριστιανικού στοιχείου της πόλης, βρισκόταν πολύ μακριά κι έξω από τα όρια, όχι μόνο της ελληνικής συνοικίας, αλλά κι αυτής της ίδιας της πόλης του Πραβίου (και μάλιστα στις παρυφές της Τουρκικής συνοικίας της), λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος, που γνωρίζουμε από πληροφορίες διαφόρων περιηγητών του 18ου αιώνα, ότι ολόκληρη η πόλη περιβαλλόταν από χαμηλό τείχος. Η θέση αυτή του μοναδικού και μάλιστα επισκοπικού ναού, τόσο μακριά από την χριστιανική συνοικία της πόλης κι από το επισκοπείο, είναι πολύ περίεργη κι εν πολλοίς ανεξήγητη, πλην όμως η έλλειψη στοιχείων περί του αντιθέτου μας αναγκάζει να την δεχθούμε ως δεδομένη.

Αμέσως μετά την ανέγερσή του ο ναός του Αγίου Νικολάου, όντας, όπως μόλις προαναφέραμε, ο μοναδικός ναός των Χριστιανών κατοίκων του Πραβίου, συνδέθηκε άρρηκτα με την ιστορία του τελευταίου.

Το έτος 1813, όταν τυπώνεται στη Βιέννη ο 4ος τόμος του εκδοθέντος από τον Β.Π.Π. Ευθυμίου παιδαγωγικού των υπόδουλων Ελλήνων συγγράμματος, με τίτλο «Στοιχεία της Ελληνικής, ήτοι Ανθολογία Ποιητική μετά σχολίων παλαιών… παιδείας ένεκα των την Ελλάδα φωνήν διδασκομένων Γραικών», ανάμεσα στους συνδρομητές του έργου εμφανίζονται ο τότε επίσκοπος Ελευθερουπόλεως Παϊσιος και ο ίδιος ο ναός του Αγίου Νικολάου, πράγμα που αποτελεί ισχυρή ένδειξη, ότι στο ναό διδάσκονταν τα ελληνικά γράμματα στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Στη διάρκεια της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821 ο ναός ευτύχησε να έχει επίσκοπο τον Ιωσήφ Β', (8 Ιανουαρίου 1815 -Οκτώβριο 1826), ο οποίος έλαβε ενεργό μέρος στον εθνικό αγώνα και γι’ αυτό οι Έλληνες κάτοικοι του Πραβίου, μετά το θάνατό του, (που συνέβη μετά το έτος 1833), παρέλαβαν τα οστά του και τα έθαψαν, τιμής ένεκεν, στον Άγιο Νικόλαο, όπου όμως σήμερα, στο νότιο περιστύλιο του ναού βρίσκεται μόνο το κενοτάφιό τους, αφού οι Βούλγαροι, στη διάρκεια της πλέον απάνθρωπης κατοχής που επιφύλαξαν για την Ανατολική Μακεδονία κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεο, αφαίρεσαν κι εξαφάνισαν τα οστά, εφαρμόζοντας με συνέπεια την πολιτική του αφελληνισμού του τόπου μας.

Όταν, το έτος 1889 η επισκοπή Ελευθερουπόλεως "ανυψώθη εις Μητρόπολιν" κι επεξέτεινε τα όριά της σ' ολόκληρη τη σημερινή επαρχία Παγγαίου (και όχι μόνο), ο ναός του Αγίου Νικολάου έγινε μητροπολιτικός ναός, για να ευτυχήσει να φιλοξενήσει, από το έτος 1908 και μετά, ως Μητροπολίτη, τον μετέπειτα Εθνομάρτυρα Γερμανό Σακελλαρίδη, αυτόν τον φλογερό πατριώτη κι ενεργό στέλεχος του Μακεδονικού αγώνα, του οποίου ο μαρτυρικός θάνατος αποτέλεσε το τίμημα του άσβεστου μίσους που του είχαν οι Βούλγαροι, ακριβώς γι’ αυτή τη συμμετοχή του στον αγώνα αυτόν.

Με το ναό μας συνδέθηκε επίσης και μια άλλη μορφή της ιστορίας του τόπου μας, ο επίσης μακεδονομάχος, παπα - Νικόλας Οικονόμος ή Βλάχος, (1874-1942), "ο ηρωικός ανταρτόπαπας, του οποίου η μορφή πλανιέται ακόμα σαν ίσκιος πάνω από την επαρχία Παγγαίου", όπως ανέφερε στον επίλογο της ανακοίνωσής της, στα πλαίσια του Α' τοπικού συμποσίου για την Καβάλα και την περιοχή της, που έγινε το 1977, η συμπατριώτισσά μας καθηγήτρια κ. Αγγελική Κιουρτσή-Μιχαλοπούλου και τον οποίο επίσης οι Βούλγαροι εκδικήθηκαν όταν, το έτος 1942, βρίσκοντάς τον, υπερήλικα πια, να διακονεί το ναό, (στον οποίο είχε υπηρετήσει ως εφημέριος, αλλά και ως αρχιερατικός επίτροπος, στα χρόνια της χηρείας του μητροπολιτικού θρόνου της Ελευθερούπολης, (6-7-1917 έως 12-10-1922), του απαγόρευσαν την είσοδο στο ναό, με αποτέλεσμα, ο γέροντας να πεθάνει πολύ σύντομα από τη θλίψη του.

Ένα ακόμη μελανό κομμάτι της ιστορίας του ναού του Αγίου Νικολάου, του οποίου την ανάμνηση διέσωσε ένα έγγραφο του παπα - Νικόλα Οικονόμου, που βρέθηκε στο αρχείο του, αποτελεί η διαρπαγή κι εξαφάνιση, από τους Βούλγαρους κατακτητές, στις 24 Ιουνίου 1917, όλων των παλαιότατων και σημαντικότατων κειμηλίων που στεγάζονταν στο εσωτερικό του. Πράγματι, οι Βούλγαροι, στην ημερομηνία που προανέφερα, άρπαξαν από το ναό:
  • Τρεις σπουδαίες, μεγάλου μεγέθους, βυζαντινές εικόνες κι έξι μεταβυζαντινές,
  • ένα χρυσοϋφαντο, αρχιερατικό σάκο,
  • ένα σταυρό στολισμένο με χρυσό και πολύτιμους λίθους,
  • ένα χρυσό εγκόλπιο,
  • τρία χρυσοϋφαντα φελόνια,
  • 3 χρυσούφαντα επιτραχήλια,
  • 2 στιχάρια, από τα οποία το ένα μεταξωτό,
  • έναν αρχαίο, κεντητό τάπητα της Αγίας Τράπεζας,
  • 2 ευαγγέλια, το ένα χρυσοποίκιλτο και παλαιότατο και το άλλο ασημένιο,
  • 24 βιβλία μηναία, 2 παρακλητικές, 2 πεντηκοστάρια, 2 τριώδια, 3 ευχολόγια, 3 ωρολόγια, 3 τυπικά, 3 λειτουργικές, 2 ψαλτήρια, (όλα αυτά ποιος ξέρει πόσο παλαιά),
  • 3 χρυσούφαντα καλύμματα,
  • ένα ασημένιο θυμιατήρι,
  • έναν ασημένιο σταυρό,
  • «2 αγάλματα αρχαία» (έτσι ακριβώς τα περιέγραψε ο παπα Νικόλας),
  • ένα κουβούκλιο σκαλιστό, από ξύλα κυπαρίσσου και καρυδιάς, που προφανώς αποτελούσε λειψανοθήκη κι
  • ένα ξύλινο, σκαλιστό σταυρό, του 11ου αιώνα.


Μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων και τη λήξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου, το Πράβι, βγαλμένο μέσα από τη φωτιά του πολέμου κι έχοντας υποφέρει τα πάνδεινα, δέχθηκε στους κόλπους του, φιλοξένησε και τελικά ενσωμάτωσε ένα μεγάλο αριθμό προσφύγων, από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία. Ο πληθυσμός του αυξήθηκε πολύ και ο αρχαίος ναός του Αγίου Νικολάου, που ήταν ακόμη έξω από τα όρια του αστικού ιστού της πόλης, δεν επαρκούσε πια για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των κατοίκων. Έτσι, από το έτος 1926 η Ιερά Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως διενήργησε έρανο, που σκοπό είχε την ανέγερση «Μητροπολιτικού Ναού εν Πραβίω», όπως το ειδικό λαχείο που εκδόθηκε τότε ανέφερε. Ο νέος ναός ανεγέρθηκε στην πλατεία που εκτεινόταν μπροστά από το μητροπολιτικό μέγαρο κι από το Δημοτικό Σχολείο, προς τιμή του Αγίου Ελευθερίου, πλην όμως ο Άγιος Νικόλαος δεν περιέπεσε στη λησμονιά, αφού δύο νέοι, προσφυγικοί συνοικισμοί κατασκευάστηκαν σύντομα, ο Παλαιός Συνοικισμός ή συνοικισμός Νεαπόλεως και ο Νέος Συνοικισμός, στους οποίους εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες της καταστροφής του 1922, που αποτέλεσαν και τον κορμό της νέας ενορίας του Αγίου Νικολάου, (ο παπα - Νικόλας μας διέσωσε στο προσωπικό αρχείο του τις ονομαστικές καταστάσεις των ενοριτών του, σε διάφορες, χρονικές στιγμές μέσα στον 20ό αιώνα).

Ο ναός, λοιπόν, του Αγίου Νικολάου κατόρθωσε να βγει αλώβητος μέσα από τις βαρβαρικές κατοχές των Τούρκων και των Βουλγάρων, για να γνωρίσει, όμως, την ολοκληρωτική καταστροφή κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 31.12.71 όταν, από πυρκαγιά, πού προκλήθηκε από άγνωστη αι­τία, καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της καλυμμένης με σχιστόπλακες στέγης του, το περίφημο, λαϊκής τέχνης, ξυλόγλυπτο τέμπλο του με τις μεγάλες εικόνες, ο μητροπολιτικός θρόνος, ο άμβωνας, ο ξύλινος γυναικωνίτης και η συλλογή εικόνων που ήταν τοποθετημένη στον γυναικωνίτη, ενώ, χάρις στην αυτοθυσία ενός λοχαγού κι ενός ανθυπολοχαγού, οι οποίοι διασκέδαζαν για την αλλαγή του χρόνου στην παρακείμενη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Ελευθερουπόλεως, καθώς και των ιερέων, Δημητρίου Οικονόμου και Αποστόλου Σγουρίδη, διασώθηκαν τα ιερά σκεύη, τα άμφια, ένα Ευαγγέλιο και λίγες εικόνες. (Την εικόνα του Αγίου Νικολάου τη διέσωσε από το προσκυνητάρι που βρισκόταν στην είσοδο του ναού ο συμπολίτης μας Μιχαήλ Σακελίας). Το μέγιστο μέρος του ναού, (εκτός φυσικά από τους τοίχους αυτού), αναστηλώθηκε κι ανακατασκευάστηκε στη σημερινή μορφή του από την ΙΒ' Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στη διάρκεια των ετών 1974 και 1975. Η ανακατασκευή αφορούσε τη στέγη, το δάπεδο, το γυναικωνίτη, την αποκατάσταση των εσωτερικών τοίχων, ενώ οι εξωτερικοί τοίχοι του μνημείου αποκαλύφθηκαν και παρέμειναν μέχρι σήμερα γυμνοί, προκειμένου έτσι ν' αναδειχθούν τ' αρχιτεκτονικά μέλη της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τον 18ο αιώνα, σαν οικοδομικό υλικό για την κατασκευή τους. Τέλος, ο νέος ναός διακοσμήθηκε με αγιογραφίες και με ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ οι εικόνες του προέρχονται από το αγιογραφικό εργαστήριο των Δανιηλαίων, από τα Κατουνάκια του Αγίου Όρους και σύντομα τέθηκε σε λειτουργία, εξυπηρετώντας τις θρησκευτικές ανάγκες της ολοένα και περισσότερο μεγεθυνόμενης ενορίας που τον περιβάλλει.

Η καταστροφή του ναού ήταν τέτοιου μεγέθους, που αποτέλεσε ανεπανόρθωτη απώλεια για την ιστορία της Ελευθερούπολης. Μια αμυδρή εικόνα αυτής της απώλειας θα προσπαθήσω στη συνέχεια να σας δώσω, περιγράφοντας το εσωτερικό του ναού πριν την καταστροφή κι επιδεικνύοντάς σας, ταυτόχρονα, φωτογραφίες των στοιχείων του, στα οποία θ’ αναφέρομαι, κάνοντας, όμως, προηγούμενα, μια ακόμη, αναγκαία, όπως θα διαπιστώσετε, ιστορική αναδρομή.

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης οι περισσότεροι, βυζαντινοί, χριστιανικοί ναοί κατεδαφίστηκαν ή μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη και μόνο μετά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, οπότε χαλάρωσε η πίεση του Οθωμανικού Κράτους πάνω στους υπόδουλους Χριστιανούς, άρχισε η ανέγερση νέων ναών, η οποία όμως, τουλάχιστον μέχρι τα μισά του επόμενου αιώνα, υπέκειτο σε κάποιους περιορισμούς, που είχαν δύο μορφές. Από τη μια ήταν οι περιορισμοί που επέβαλλε η Υψηλή Πύλη στους υπόδουλους Χριστιανούς, μη επιτρέποντας το ύψος των χριστιανικών ναών να υπερβαίνει αυτό το μουσουλμανικών τεμενών και μνημείων και απαγορεύοντας την κατασκευή κωδωνοστασίων, πράγμα που οδήγησε την εφευρετικότητα των υποδούλων να προσανατολιστεί στην κατασκευή ημιυπόγειων ναών, κατά τρόπον ώστε οι τελευταίοι να έχουν το ύψος που ήταν απαραίτητο για την χριστιανική λατρεία, χωρίς όμως να προκαλούν τους κατακτητές και να διακινδυνεύουν την ίδια την ύπαρξη του ναού κι αφετέρου οι περιορισμοί που επέβαλλαν στους εαυτούς τους οι ίδιοι οι υπόδουλοι, με το να κατασκευάζουν απλά και ταπεινά, ως προς την εξωτερική μορφή τους, κτίσματα, με μικρά και σε ύψος τοποθετημένα ανοίγματα (παράθυρα), ούτως ώστε η εξωτερική όψη των ναών να μην επιτρέπει στους αλλόθρησκους να βλέπουν το εσωτερικό, το οποίο, εν τούτοις, οι υπόδουλοι εξακολουθούσαν να κοσμούν με τρόπο λαμπρό και απόλυτα εναρμονισμένο με το τυπικό της ορθόδοξης λατρείας. Όλοι αυτοί οι περιορισμοί είναι ορατοί στην κατασκευή του ιερού ναού Αγίου Νικολάου, (όπως και σ’ αυτόν του Αγίου Γεωργίου Φτέρης), των οποίων η εξωτερική εμφάνιση μαρτυρά την εποχή κατά την οποία ανεγέρθηκαν. (Αντίστοιχα, μετά τα Οθωμανικά Διατάγματα των μέσων του 19ου αιώνα, που επέτρεψαν πλέον στους υπόδουλους Χριστιανούς ν’ ανεγείρουν τους ναούς τους με όποιον τρόπο ήθελαν, οι ναοί που κατασκευάζονταν πια δεν είχαν περιορισμούς σαν αυτούς που προανέφερα και η εξωτερική τους μορφή ήταν ριζικά διαφορετική αυτής του Αγίου Νικολάου).

Σε αντίθεση με την ταπεινή, εξωτερική του όψη, (η οποία, όμως, με τη χρήση της πέτρας και της λιθόστρωτης σκεπής, είναι εν τούτοις κομψή και απόλυτα εναρμονισμένη προς το περιβάλλον), ο εσωτερικός διάκοσμος του ναού ήταν λαμπρός.

Το πιο σημαντικό στοιχείο του εσωτερικού διακόσμου του ναού ήταν το εικονοστάσι του, (τέμπλο), το οποίο ήταν ένα έργο εξαιρετικής, λαϊκής τέχνης, κατασκευασμένο από πραγματικούς μάστορες (ταγιαδόρους) της ξυλογλυπτικής, καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το ύψος του ναού και είναι το χαρακτηριστικό είδος εικονοστασίου το οποίο αντικατέστησε, μετά το 1500, τα μαρμάρινα, βυζαντινά εικονοστάσια κι επικράτησε έκτοτε σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο. Είχε ένα μέσου βάθους ανάγλυφο διάκοσμο, που αποδείκνυε τη χρονική περίοδο κατασκευής του κι αποτελούνταν από όλα τα στοιχεία, τα οποία περιέγραψε και ονομάτισε ο μεγάλος λαογράφος μας, Κίτσος Μακρής: Αρχίζοντας από το έδαφος, το τέμπλο είχε βάση - ποδιές - κάτω κεταμπέδες - δεσποτικές εικόνες, δεξιά και αριστερά των οποίων ήταν οι κολώνες - οκτώ, ημικυκλικές κόγχες (κεμέρια) με διάτρητη διακόσμηση - δεξιά κι αριστερά από τις κόγχες είχε ανάγλυφα περιστέρια - πιο ψηλά, σε όλο το πλάτος του τέμπλου είχε ανάγλυφα κλήματα και πάνω σ’ αυτά έδραζαν μικρότερες εικόνες, που απεικόνιζαν κυρίως το δωδεκάορτο. Πάνω από τις εικόνες αυτές το εικονοστάσι είχε ένα ανάγλυφο κλαδί, πλάτους μέχρι 10 εκατοστών, πάνω στο οποίο επίσης στηρίζονταν έξεργα, ανάγλυφα (περιστέρια, αγαλματίδια κλπ.) και στο κέντρο όλης αυτής της σύνθεσης και μέχρι την οροφή του ναού υπήρχε ο Σταυρός, που πατούσε σε ανάγλυφους δράκοντες και δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν τα δύο εικονίδια των λυπηρών ή λυπητερών, που απεικόνιζαν τη Θεοτόκο και τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή σε στάσεις θρήνου. Στην ωραία πύλη υπήρχε ανάλογης τεχνικής βημόθυρο και υπέρθυρο, των οποίων δυστυχώς δεν έχουμε φωτογραφίες.

Το ανάγλυφο του τέμπλου ήταν εξαιρετικής τεχνικής και παρίστανε διακοσμήσεις με ζώα και λουλούδια, που στις κολώνες, πολλές φορές γίνονταν έξεργα, (δηλαδή, σχεδόν εξ ολοκλήρου ανάγλυφα), στους δε κάτω κεταμπέδες, δηλαδή στα τμήματα που βρίσκονταν κάτω από τις δεσποτικές εικόνες, υπήρχαν ανάγλυφες παραστάσεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.

Από δύο σωζόμενες φωτογραφίες μπορούμε να διακρίνουμε την ανάγλυφη παράσταση κάτω από την δεσποτική εικόνα του Χριστού, στην οποία απεικονιζόταν ο Αδάμ και η Εύα και η έκπτωσή τους από τον Παράδεισο. Στη δεσποτική εικόνα της Θεοτόκου απεικονιζόταν η φιλοξενία του Αβραάμ.

Οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου εμφάνιζαν μια αυστηρή λιτότητα, ήταν λαϊκής τέχνης, έχοντας ξεφύγει από τα αυστηρά, βυζαντινά πρότυπα, αλλά δεν είχαν ακόμη στοιχεία της δυτικότροπης απομίμησης των εικόνων του 19ου αιώνα. Τέτοιου είδους εικονογραφία συναντάμε την ίδια εποχή σε όλα τα νότια Βαλκάνια.

Μέσα στο ναό, εκτός από το θαυμάσιο τέμπλο, ανάλογης τεχνοτροπίας ήταν και ο μητροπολιτικός θρόνος, καθώς και το χαμηλότερο παραθρόνιο.

Στα τελευταία πριν την καταστροφή του ναού χρόνια ο άμβωνας ήταν λιτός και χωρίς διακόσμηση, μαρτυρίες όμως παλαιότερων κατοίκων έλεγαν ότι και ο παλαιότερος άμβωνας ήταν της ίδιας άριστης τεχνικής με τα προαναφερθέντα στοιχεία του ναού, είχε όμως καταστραφεί από κάποια τοπική πυρκαγιά.

Οι αγιογραφίες που είχε ο ναός λίγο πριν την καταστροφή, παρόλο που ήταν αρκετά κατεστραμμένες ή έστω φθαρμένες, προέρχονταν από την τελευταία φάση αγιογράφησης του ναού, (τέλος 19ου - αρχών 20ού αιώνα) και φαινόταν ήδη σ’ αυτές η επιρροή των δυτικών προτύπων του τέλους του 19ου αιώνα, που είχε επικρατήσει πια στους ορθόδοξους ναούς και είχε κάνει πιο γλυκές ή, αλλιώς, πιο ρεαλιστικές, τις μορφές των αγίων. Σε μια τοιχογραφία που διασώθηκε σε φωτογραφία που βρισκόταν στο κενό ανάμεσα σε δύο παράθυρα του ναού, βλέπουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και από κάτω την επιγραφή «δαπάνη του εντιμοτάτου Ζήση Λυμπέρη φραγκοράπτη», (επρόκειτο για τον πατέρα της γνωστής νηπιαγωγού των παιδικών μας χρόνων, κυρίας Βικτώριας, καταγόμενο από τη Λίτιτσα της Βόρειας Θράκης).

Μετά την καταστροφή του ναού από πυρκαγιά, το 1971, έπεσαν τα επιχρίσματα της κόγχης του ιερού βήματος και φάνηκε από κάτω ότι υπήρχαν παλαιότερες και πιο λαμπρές αγιογραφίες, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε και προηγούμενη από την τελευταία φάση αγιογράφησης του ναού, πλην όμως λόγοι οικονομικής δυσπραγίας δεν επέτρεψαν τον καθαρισμό τους.

Ο ναός διέθετε και γυναικωνίτη (υπερώον), όπου σε μια φωτογραφία, πάνω από τα ξύλινα, σχεδόν τοτεμικά στασίδια, φαίνεται ένα πλήθος μικρών, μεταβυζαντινών εικόνων, οι οποίες, σε μια τελευταία καταγραφή που είχε γίνει πριν την πυρκαγιά, αριθμούσαν πενήντα τέσσερις (54).

Στον γυναικωνίτη είχαμε, όμως και το εξής παράδοξο, που διασώθηκε μέσω των φωτογραφιών: Στο ανατολικό μέρος του, (την πλευρά, δηλαδή, που έβλεπε προς το ιερό βήμα), ήταν αναρτημένος ένας ξυλόγλυπτος σταυρός, με τους δράκοντες και τα δύο λυπηρά (ή λυπητερά) και κάτω από τον σταυρό, μέσα σε ανάγλυφο φόντο, βρισκόταν η Μεγάλη Δέηση, η οποία, όμως, δεν βρισκόταν στη σωστή διάταξη. Από αυτό το περίεργο στοιχείο του γυναικωνίτη, που δεν είναι καθόλου σύνηθες, (μια και η θέση του Σταυρού, των λυπητερών και της Μεγάλης Δέησης ήταν πάντοτε πάνω από το τέμπλο), καθώς και από τα φανερά ίχνη επιχρύσωσης του συνόλου, τη ποιότητα της ζωγραφικής και το χαμηλότερο ύψος από ότι οι αντίστοιχες παραστάσεις του τέμπλου, προκύπτει η βεβαιότητα, ότι αυτό το καλλιτεχνικό σύνολο ήταν προγενέστερο του τέμπλου. Έτσι, γεννιούνται τα εξής ερωτήματα: Μήπως υπήρχε προγενέστερο τέμπλο, που είχε καταστραφεί κι είχε διασωθεί απ’ αυτό μόνο το συγκεκριμένο τμήμα; Ή μήπως αυτή η καλλιτεχνική σύνθεση είχε μεταφερθεί στον Άγιο Νικόλαο από άλλον, λαμπρότερο ναό, λ.χ. κατά την μεταφορά της έδρας της επισκοπής, από τις Ελευθερές στο Πράβι;

Αυτή υπήρξε με λίγα λόγια η ιστορική πορεία του ιερού ναού του Αγίου Νικολάου και του κάτω και γύρω απ’ αυτόν ιερού χώρου, ενός ναού κι ενός χώρου στενά συνδεδεμένων με την ιστορική πορεία της ίδιας της πόλης μας, της οποίας το λατινογενές, παλαιό όνομα, (Πράβι), αντικαταστάθηκε το έτος 1929 από αυτό της Ελευθερούπολης προς τιμή της ομώνυμης, ιστορικής επισκοπής και αργότερα Μητρόπολης, που έδρευε σ’ αυτό από το 1766.

Τελειώνοντας, στα πλαίσια της τήρησης της ηθικής υποχρέωσης που έχει ο κάθε ερευνητής, να μνημονεύει τις πηγές του έργου του, οφείλω κι εγώ να σας αναφέρω ότι όλα τα στοιχεία για το εσωτερικό του ναού πριν την καταστροφή του, καθώς και οι υπάρχουσες φωτογραφίες, οφείλονται στον καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Α.Π.Θ., Νικόλαο Μουτσόπουλο, που μαζί με τους φοιτητές του, στο τέλος της δεκαετίας του 1960 και πριν την καταστροφή, είχε μελετήσει και καταγράψει το ναό, οι δε φωτογραφίες, που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο Λεύκωμα του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης για το Πράβι, διασώθηκαν από τον εγγονό του ιερέως του ναού, παπα - Δημήτρη Κιουτσούκη, κ. Ιωάννη Νεστορίδη. Όλους αυτούς τους ευχαριστώ θερμά, όπως ευχαριστώ κι όλους εκείνους, από τους οποίους έλαβα στοιχεία, για να συγγράψω την παρούσα διάλεξη, που ήταν οι κ. Χάϊδω Κουκούλη - Χρυσανθάκη, Αργύρης Μπακιρτζής, Αιμίλιος Μαυρουδής, Θόδωρος Βακαλόπουλος, οικογένεια παπα - Νικόλα Οικονόμου και Λάμπρος Τουφεξής.

ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜ. ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ

2 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια, εξαιρετική η ομιλία σας για το ναό και την ιστορία της Ελευθερούπολης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγχαρητήρια, εξαιρετική η ομιλία σας για το ναό και την ιστορία της Ελευθερούπολης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή